Skip to content

Ο Μπελογιάννης ζει στα δίκτυά μας

13/03/2012

Δε θέλουμε να τους ακουμπάμε ούτε με κοντάρι δέκα μέτρων. Μας γυρίζουν τ’ άντερα και μόνο που τους τρακάρουμε αφισοκολλημένους στους δρόμους (ευτυχώς κυρίως σε συγκεκριμένες περιοχές τις οποίες αποφεύγουμε εξαιτίας τους), κάθε φορά που πάει να γίνει κάτι έστω και ιχνοστοιχειωδώς ελπιδοφόρο τρέμουμε στην ιδέα ότι θα σκάσουν μύτη και θα προσπαθήσουν (συχνά με επιτυχία) να το καπελώσουν και φτάσαμε σε σημείο να το γυρίσουμε από τις βότκες στις τεκίλες μόνο και μόνο επειδή ο συνειρμός κάνει πίβοτ στη Ρωσία και μας τους φέρνει στο μυαλό. Τους φάγαμε στη μάπα στα σχολεία μας (όταν διέγραφαν μέλη επειδή άκουγαν Ροκ εν Ρολ και δε ρουφιάνευαν όπως υπαγόρευε το σχετικό εγχειρίδιο βάσει του οποίου κατηχούσαν και κατηχούνταν), στα πανεπιστήμιά μας (όταν δε μας άφησαν να κάνουμε κάνα μάθημα προφασιζόμενοι το συμφέρον μας και εννοώντας το συμφέρον των επαγγελματιών αγκιτατόρων που προόριζαν για δεσμοφύλακες στα  sweatshops τους), ενίοτε στις δουλειές μας (ευτυχώς σπάνια γιατί σπάνια δουλεύουν) και, χειρότερα απ’ όλα, στην ιστορία μας, πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική, όταν κατάφεραν όχι μόνο να μην καταφέρουν τίποτα από την εποχή του Ζαχαριάδη (φτου!) και δώθε αλλά αντίθετα να λειτουργήσουν σαν το κόκαλο των παπουτσιών κάθε λασπερής ιδεολογίας που εμφανίστηκε από το Πολυτεχνείο και δώθε.

Ευτυχώς ως τώρα τους είχαμε γλυτώσει από το Ίντερνέτ μας. Και απ’ ό,τι φαίνεται, θα εξακολουθήσουμε καθώς δήλωσαν ότι θα διαγράψουν από τις τάξεις τους κάθε μέλος που θα τολμήσει να εμφανιστεί στα κοινωνικά δίκτυα -οι διαγραφές ήταν πάντα το αγαπημένο τους όπλο, παρέα με τα καδρόνια που κουβάλαγαν οι νταβατζήδες τους, οι οικοδόμοι όταν παρέα με τα ΜΑΤ έσπαγαν τις διαδηλώσεις και τις καταλήψεις των σχολών στη δεκαετία του ’80. Πανικόβλητα, ανέραστα,  θλιβερά ανθρωπάκια που τρέμουν στην ιδέα ότι μπορεί κάποιος να σκεφτεί και να δράσει εκτός τους, καταδικασμένα να ουρλιάζουν εσαεί τσιτάτα ξεχασμένα, ξεπερασμένα και ξερασμένα από την ιστορία εδώ και αιώνες (πλέον), λιγδεροί θιασώτες μιας επαναστατικής ονείρωξης που αποδείχτηκαν ανίκανοι να μετατρέψουν σε σκέψη και πράξη, κάπηλοι κάθε αγαθής προσπάθειας των τελευταίων εβδομήντα χρόνων, πραγματικά άχρηστοι με κάθε έννοια της λέξης, δεν έχουν χώρο στα δίκτυα όχι επειδή το λέει το φαιδρό αφεντικό τους (που όπως όλα τα θρησκευτικά αφεντικά, παίρνει πλέον και επίσημα γραμμή από το θεό -αφού δεν υπάρχει κάποιος άλλος από τον οποίο να πάρει) αλλά επειδή τα δίκτυα τους έχουν ξεράσει εδώ και δεκαετίες. Θέμα αισθητικής: Αυτοί έχουν τις ξαναγεννημένες Πασιονάριες των βουπού με τα ψυχολογικά προβλήματα και τις κρίσεις εμμηνόπαυσης κι εμείς τον Βίντον Σερφ και τον Έρικ Σ. Ρέιμοντ. Που να βρεθεί κονβέρτζενς, να πούμε;

Ασ’ τα ψάρια να καούνε

06/03/2012

Άλλη μια απ’ αυτές τις περιπτώσεις που μας θέτουν μεταξύ ηθικής σφύρας και άκμονος (και αναβολέα, μπορούμε να πούμε). Αυτή τη φορά όμως, ο προβληματισμός μας δεν ήταν αν έπρεπε να κλωτσήσουμε έναν πεσμένο αντίπαλο (το οποίο παρεμπιπτόντως δεν έχουμε καταλάβει γιατί είναι  κακό: η καλύτερη στιγμή να κλωτσήσεις τον αντίπαλό σου είναι όταν είναι πεσμένος -ρωτήστε όποιον έχει παίξει ξύλο να σας το επιβεβαιώσει), αλλά ποιανού κερατά το μέρος να πάρουμε. Και αυτό  επειδή τα τρία πάρτιζ, να πούμε, που εμπλέκονται στη συζήτηση είναι παρ’ τον έναν και βάρα τον άλλον. Από τη μια έχεις διαφημιστές (θου Κύριε φιλάκι στο μάτι μου που έλεγε κι ο άλλος), από την άλλη έχεις μια εταιρεία κινητής (απ’ τα ίδια με πατάτες) και από την άλλη-άλλη, έχεις μια τράπεζα (ή πολλές τράπεζες, δεν καταλάβαμε καλά) -δηλαδή απ’ τα ίδια με πατάτες, με ρύζι μπασμάτι, με baby carotts, με λαχανάκια Βρυξελλών και με σος μαδέρα. Ειλικρινά, πείτε μας εσείς πούστε και δικοί μας αθρώποι: ποιον θα θεωρούσατε αθώο από αυτή την Ανχόλι Τριάδα ώστε να τον αφήσετε εκτός της συζήτησης και να τον δικαιώσετε;

Το φιλοσοφήσαμε λοιπόν και το πόρισμά μας ήταν: ο ολιγότερο κατακριτέος, είναι ο κινητάς. Αφενός επειδή είναι συγγενής μας (όχι πρώτο/δευτεροβάθμιος, ούτε καν εξ αγχιστείας, αλλά όσο να πεις,  καλώδια και κεραίες αυτός, στα καλώδια μια ζωή εμείς) και αφετέρου επειδή αυτός απλώς είπε «ναι» στο σποτ. Ο αμέσως επόμενος είναι ο Mad Man (ή Mad Woman -δε θα τα χαλάσουμε): βεβαίως έχουμε διάφορα ράμματα για τη γούνα του (γενικώς και ειδικώς) αλλά αυτός τουλάχιστον είπε να  κάνει και λίγη κοινωνική κριτική, έστω και τόσο χαλαρή που θέλει έξι μήνες εντατικό γυμναστήριο μόνο και μόνο για να αρχίσει να δείχνει σημάδια σύσφιξης. Οπότε ποιος βγαίνει ο πιο Πετράν της ιστορίας (με το συμπάθιο, αλλά αφού το είπε ο ίδιος, γιατί να μην το υιοθετήσουμε κι εμείς ως συνώνυμο); Ο τραπεζίτηηηηηηης. Μάλιστα. Δηλαδή δε φτάνει που έχει έρθει τούμπα μια ολόκληρη Ευρώπη (και η Ελλάδα μαζί) επειδή αυτοί δε θέλουν να χάσουν στον τζόγο που εξ ορισμού παίζουν, δε φτάνει που  δεν κουνάνε το δαχτυλάκι τους να βοηθήσουν την κατάσταση, δε φτάνει που έχουν ταυτιστεί τόσο πολύ με το χάλι αυτής της χώρας που κάποιοι φτάνουν σε σημείο να καίνε τα κτήρια του Τσίλερ με την ελπίδα ότι μπορεί να κάψουν κάνα υποκατάστημά τους, έπρεπε να πάνε στις μηνύσεις  για να δείξουν ότι είναι τόσο ευαίσθητοι στο «όλοι κάτω εκτός απ’ τους κλέφτες» ενός, όχι και ιδιαίτερα ευφάνταστου τελικά, σποτ. Μπράβο αδέλφια, κι αδελφές και financial planners! Έτσι κερδίζεται η  συμπάθεια του κόσμου! Με την ευαισθησία απέναντι στα μεγάλα και τα σημαντικά!

Στα τσακίδια αδελφές μου, στα τσακίδια!

24/02/2012

Προβληματιστήκαμε πολύ πριν αποφασίσουμε να αναφερθούμε ξανά στο ίδιο θέμα. Και αυτό επειδή κάποιοι εξ ημών θεώρησαν ότι είναι, πλέον, εκ περισσού ενώ κάποιοι άλλοι επέμεναν ότι θα πρέπει να έχουμε τον τελευταίο λόγο. Βεβαίως δε βαυκαλιζόμαστε ότι πράγματι θα έχουμε τον τελευταίο λόγο -προφανώς όσο έχει φωνή θα μας τραγουδάει- όμως μάλλον τελικά ο πειρασμός είναι πολύ μεγάλος για να αντισταθούμε (άσε που όσο να πεις, όπως εξελίσσεται η κατάσταση και η καθημερινότητά, δε μας έχουν μείνει πια πολλές ικανοποιήσεις). Ναι, σωστά μαντέψατε, αναφερόμαστε στο μανιφέστο της αποτυχίας (ή “τον απολογισμό του άντρα” -οι γυναίκες, ως γνωστόν δεν κάνουν απολογισμούς) που από τις προάλλες που εμφανίστηκε στα δίκτυα (*) έχει κάνει το γύρο του Facebook, του Twitter, των μέιλ και όποιου άλλου μέσου έχουμε και δεν έχουμε στα χέρια μας. Για κάποιο λόγο δε, αρκετοί θεώρησαν ότι ο “ανώνυμος κομπλεξικός ενός blog που στο βωμό της ανέξοδης λασπολογίας ικανοποιεί τα πιο άγρια ένστικτά του” είμαστε εμείς! Όπως λένε και στο Ίντερνετ, LOL. Και όπως λένε και στα sitcoms “Hi kettle! This is pot”.

Για να το ξεκινήσουμε από το τελευταίο: αν αναφέρεται σ’ εμάς, δεν έχει την παραμικρή ιδέα ποια είναι τα πιο άγρια ένστικτά μας (στην απίθανη περίπτωση που κάποτε θα γίνει επανάσταση στην Ελλάδα, θα τα βγάλουμε βόλτα και θα τα δει -από κοντά) όσο για το πόσο “ανέξοδη” είναι η λασπολογία μας θα το ήξερε αν ήξερε ποιοι έχουν περάσει κατά καιρούς από την κρεατομηχανή του -κάτα κάποιον τρόπο, μ’ αυτό το τελευταίο σχετίζεται και η ανωνυμία μας, για την οποία πολύς λόγος έχει γίνει (προφανώς το να είσαι “ανώνυμος κομπλεξικός” είναι χυδαιότερο από το να είσαι “επώνυμος κομπλεξικός”). Για μας το ουσιώδες όμως είναι άλλο: πραγματικά ρε αδέλφια, αδελφές και executive VPs δεν καταλαβαίνει τη συμμετοχή του στην κατάσταση; Γιατί αν όντως δεν το καταλαβαίνει, τότε καλά κάνει και λέει τον εαυτό του τέσσερις φορές “μαλάκα” στο περιβόητο κείμενο. Από την άλλη, πάντα πιστεύαμε ότι όταν κινείσαι από τα συμπλέγματά σου και τα άγρια ένστικτά σου (που θα ‘λεγε και κάποιος), κατά βάση είσαι όντως περιορισμένης ευφυΐας, οπότε μάλλον τελικά στην κατηγορία αυτή θα πρέπει να τον κατατάξουμε κι αυτόν και να τελειώνουμε (γιατί έχουμε και κάτι σπεκ απλωμένα στην ταράτσα) και αν κάνει πράξη την απειλή του ότι θα επανακάμψει, τα ξαναλέμε τότε -τουλάχιστον στο μεσοδιάστημα η ζωή μας θα έχει ένα λόγο λιγότερο να είναι θλιβερή.

(*) Κάποτε, έλεγε και έγραφε ότι το Ίντερνετ είναι το μέσο των σπυριάρηδων geeks που δεν έχουν τα κότσια να βγουν στον πραγματικό κόσμο -υπονοώντας ως “πραγματικό”, τον κόσμο που είχε (συν)δημιουργήσει αυτός και τα τ(σ)ιράκια του. Και σήμερα, τον επιξεφτίλειο του, τον εκφωνεί στο μόνο μέσο που του έχει απομείνει: ένα μπλογκ. Life’s a bitch, huh?

Άκου πτώμα να μαθαίνεις

31/01/2012

Κοιτάξτε τώρα να δείτε ένα πράμα: πάνω που λέγαμε “ξεμπερδέψαμε με το τυρί και την αυλή του, πάμε τώρα ν’ ασχοληθούμε με τίποτα σοβαρό”, έρχονται τα τέλια από το μαγαζάκι του εν λόγω μας στέλνουν αδιάβαστους. Όχι ότι δεν τα περιμέναμε βεβαίως: όσο υπάρχουν μερικοί που δεν έχουν ξεπεράσει (ακόμα) τα εφηβικά τους απωθημένα και χρειάζονται (ακόμα) τον Λέτυρμαν για να τους πει πώς να περνάνε την ώρα τους στην τουαλέτα, το μαγαζάκι θα υπάρχει όμως πάει πολύς καιρός που είναι σε κατιούσα (Катюша), οπότε κρατάγαμε κι εμείς την αναπνοή μας για το πόσο in style θα πάει στον αγύριστο. Και ήρθε καιρός να ανασάνουμε (σαφώς με ικανοποίηση) γιατί φαίνεται ότι ήγγικεν η ώρα που όχι μόνο παίρνει την άγουσα για τον απόπατο της ιστορίας αλλά και παράλληλα δείχνει τη λεπτότητα που τον χαρακτηρίζει στο βάθος, εκεί που δε φτάνει η Σάβιλ Ρόου και τα όλα της τα μπεσπόκεν, να πούμε. Τι εννοούμε; Θα τα ακούσατε κι εσείς, έτσι δεν είναι; (όλο και κάποιον θα ‘χετε μέσα στην κοιλιά του θηρίου). «Όσοι δεν έχουν λεφτά για βενζίνη να βάλουν νάφθα», «Δωσ’ του μωρέ του μαλάκα 200 ευρώ να μη μας σκοτίζει τα πωσταλένε» και άλλα τέτοια πολιτισμένα σαν απαντήσεις στους φρικαρισμένους συνεργάτες που έχουν να πληρωθούν κάτι μήνες και που δεν είναι όλοι φλωρο(μ)πουστάκια 20 χρονών.

Εμείς βεβαίως πάντα αποδίδαμε στο μάστρο-Πέτ(υ)ρο και στους lickους του τα εύσημα για την συνεισφορά τους στην κατάντια του ελληνικού web, όμως ίσως τώρα πρέπει να αδράξουμε την ευκαιρία και να κάνουμε μνεία στον ευρύτερο ρόλο που έπαιξε το εν λόγω τυροκομείο στο πλήρες ξεχαρβάλωμα κάθε ιδεολογικού τε και ηθικού μέτρου της ελληνικής κοινωνίας από τις αρχές των 80ς μέχρι σήμερα; Για όσους είναι πολύ μικροί και δε θυμούνται, αναφερόμαστε στην εποχή που η βαρέων-βαρών αμαξοστοιχία που λεγόταν ΠΑΣΟΚ πρωτοξεκίναγε τη θρυλική διαδρομή της στις πεδιάδες της ελληνικής ιστορίας, με ατμομηχανή τον πατέρα του προχθεσινού πρωθυπουργού, έναν άνθρωπο που παίρνοντας τη θέση με τα γνωστά –πλέον- αξιοκρατικά κριτήρια (i.e. όντας γιος του πατέρα του, αυτό δηλαδή που έκανε και ο γιος του) και που έδωσε τον τόνο για τα πολιτικοκοινωνικά πράγματα των επόμενων τριάντα (ελπίζουμε, μόνο) χρόνων.

Η αναξιοκρατία δε του εν λόγω δε θα μας ενοχλούσε σε σημείο κατήφειας (πολιτικός ήταν, σε τελική ανάλυση) αν δε συνοδευόταν από το άνοιγμα της πόρτας σε κάθε ανυποψίαστο, κομπλεξικό, ατάλαντο και μπουρδουκλωμένο σεξουαλικώς χωριάτη (καλή ώρα) που επειδή αυτός μπήκε με τα τσαρούχια, έπρεπε να πείσει και όλη την Ελλάδα ότι αν το τσαρούχι  είναι Έντουαρντ Γκριν δεν πειράζει αν έχει φούντα. Αποτέλεσμα; Η Ρίτα Σακελαρίου ήρθε κι έδεσε με τον Τζο Κόκερ, το ξεκωλίκι ήρθε κι έδεσε με τη σεξουαλική απελευθέρωση, το πετρέλαιο ήρθε κι έδεσε με τη Στολίσναγια, η λαμογιά ήρθε κι έδεσε με τη φαντασία κι εμείς πρέπει τώρα να τρώμε στη μάπα κάθε νευρωσική 45άρα (όχι σφαίρα) με καμένο στομάχι που πλέον έχει αφήσει τις ξεπέτες κι έχει γίνει executive bitch. Αν αναρωτιέται κανείς γιατί ζούμε το ξεμπουρδελίκι που ζούμε τον τελευταίο χρόνο, ας ψάξει την απάντηση και εκεί, τότε που ισοπεδώθηκαν όλες οι ιδέες και οι ιδεολογίες  –οι μισές από τους Κουρήδες και οι άλλες μισές από τους Κουράδες.

Φάνκι, φάνκι Μπρόντγουεϊ: Take 2

05/10/2011

Το πάθανε πολύ μεγάλα μαγαζιά για να μην το πάθουν κι αυτοί (που καμώνονται ότι είναι μεγάλο μαγαζί και για τα ελληνικά δεδομένα μπορεί και να ‘ναι, όμως για τα ελληνικά δεδομένα, μεγάλο μαγαζί μπορεί να είναι κι ένα περίπτερο -εδώ για κάποια περίοδο για τα ελληνικά δεδομένα, η Ελλάδα ήταν Ευρώπη). Και είναι σίγουρο ότι παρά την αφθονία κέις στάντιζ, να πούμε, θα το ξαναπάθουν κι άλλα μαγαζιά και μεγάλα και μικρά. Και αυτό, επειδή το Facebook είναι Ίντερνετ (όσο κι αν δεν το έχουν καταλάβει πολλοί χρήστες του) και η συμπεριφορά των ανθρώπων στο Ίντερνετ μερικές φορές εκπλήσσει ευχάριστα. Για όποιον δεν το κατάλαβε, αναφερόμαστε σ’ εκείνο το εξαιρετικό πρόσφατο περιστατικό που ένα περιοδικό, σοβαρό, αντρικό και από εκδότη με ιδιαίτερη βαρύτητα στα ελληνικά πράγματα, εκδοτικά και μη (τον άνθρωπο που μας έμαθε να πηδάμε γιατί παλιά δεν ξέραμε και το κάναμε χωρίς στιλ, καθότι εμείς αθηναίοι, αυτός όχι κ.λπ.) τσίμπησε τη δουλειά διακεκριμένου εικαστικού συναδέλφου (λέμε “συναδέλφου” επειδή κι εμείς καλλιτέχνες είμαστε, απλώς δεν έχουμε αναγνωριστεί ακόμα) χωρίς να μπει στον κόπο να τον ρωτήσει. Και όταν ο συνάδελφος τους έκραξε στο Facebook, η απάντησή τους ήταν “καλά, δεν έγινε και τίποτα, πολιτισμένοι άνθρωποι είμαστε -πάρε μας ένα τηλέφωνο να τα βρούμε”.

Ναι, ε; Έτσι τις κάνουν τις δουλειές εκτός Αθηνών; (είπαμε, εμείς είμαστε από δω οπότε δεν ξέρουμε πώς τις κάνουν από ‘κει -και σόρι αν ακουγόμαστε τοπικιστές, αλλά το αφεντικό τους έστησε μια αυτοκρατορία -χα!- για να σταματήσουν να τον λένε τυρί). Γιατί εμείς, με τα λίγα που ξέραμε, άμα θες να πάρεις τη δουλειά κάποιου για να τη βάλεις στη φυλλάδα σου, τον παίρνεις εσύ τηλέφωνο προκαταβολικά και του το ζητάς. Και όταν αυτός σου πει “ναι”, τον ρωτάς πόσα θέλει, σου λέει αυτός “Χ” (και επειδή είναι κει όνομα, μάλλον σου λέει “10Χ” ή “20Χ”), το παζαρεύεις και λίγο (τόσο επειδή είσαι από χωριό, όσο και επειδή έτσι είθισται) και στο τέλος το παίρνεις και το βάζεις. Με τον ίδιο τρόπο, από ό,τι έχουμε ακούσει γίνονται οι δουλειές και με φωτογράφους και με γραφιάδες και με διάφορους άλλους που συνεισφέρουν στο να βγουν οι εν λόγω φυλλάδες (αντίθετα με τα όσα πιστεύονται στην πιάτσα, τα περιοδικά δεν τα βγάζουν οι διαφημιστές, τα βγάζουν οι γραφιάδες και οι φωτογράφοι και οι εικαστικοί -οι διαφημιστές απλώς πληρώνονται έναν σκασμό λεφτά για να τα πουλάνε, ΟΚ;) Τώρα γιατί δεν τα ξέρουν αυτά στα Βόρεια Προάστια; Θα σας γελάσουμε. Και γιατί δε σκεφτήκανε ότι με το να διαφημίσουν τη δουλειά στο Facebook θα ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου; Σ’ αυτό δε θα σας γελάσουμε γιατί το ξέρουμε: επειδή από καταβολής του, το μαγαζί αποδεικνύει περίτρανα ότι δεν έχει πάρει χαμπάρι τι εστί Ίντερνετ. Όσοι θυμούνται τη “φάνκι θέα”, καταλαβαίνουν.

Ο Χλιβερός

05/08/2011

Αν νομίσατε ότι εξαφανιστήκαμε εισέτι, χάσατε -απλώς κάτι που πέσανε δουλειές (ναι, παραδόξως, μεσούσης της κρίσης εμείς έχουμε πολλή δουλειά, ενίοτε και επ’ αμοιβή), κάτι που παρακολουθούσαμε τα ματς (Κόπα Αμέρικα, Βρυξέλλες, ξέρετε εσείς), κάτι που γιορτάζαμε το μεγαλείο τόσο της Πλατείας Συντάγματος (όπου σύμπασα η Ελλάς ανακάλυψε ότι η ΕΛΑΣ βαράει, ναι, ε; Τι λε ρε π… αιδί μου), όσο και της εθνικής νίκης επί των κακών χοντρών τραπεζιτών με τα πούρα και τα ημίψηλα, κάτι που δε βρίσκαμε ταξί και το commuting time μας πολλαπλασιάστηκε (σιγά μη βγάλουμε τις Χάρλεϊ για να πάμε στο Δαχτυλίδι) δεν είχαμε και πολύ χρόνο στα χέρια μας για να πούμε όσα θέλαμε να πούμε. Τώρα όμως επιστρέψαμε και μια και έχουμε την ευκαιρία, θα θέλαμε να σας επιστήσουμε την προσοχή σε έναν τύπο που κατόπιν κοινής συναινέσεως, αποφασίσαμε να αποκαλούμε στο εξής με το τσιφορέικο “χλιβερός”  (είναι κάτι σαν το “θλιβερός” αλλά πιο θλιβερό, καταλαβαίνετε). Όπως ξέρετε, από παλιά έχουμε μια αυτή να κολλάμε με μερικούς τύπους και αφού ο ανεκδιήγητος την έκανε, κάποιον πρέπει να βρούμε. Όχι ότι λείπουν δηλαδή.

Ο Χλιβερός λοιπόν, είναι μια μούρη που παλιά ήταν δημοσιογράφος. Τώρα πια δεν είναι, αν και ο ίδιος διατείνεται πως είναι και εξακολουθεί να το υποστηρίζει δημόσια, τόσο δια της τηλεοπτικής όσο και δια της Ιντερνετικής οδού. Το ότι δεν είναι πια δημοσιογράφος, το αντιλαμβάνεται κανείς από τη θεματολογία του η οποία ακροβατεί ανάμεσα στο φαιδρό και στο συνωμοσιολαγνικό (που συχνά ταυτίζονται), όμως καμιά φορά, μέσα στον κυκεώνα του μυαλού του, περνάει αρκετά κοντά από την πραγματικότητα ώστε να μοιάζει (στους ανυποψίαστους) ότι δεν τα έχει χάσει ολοσχερώς και ότι έχει κάποια επαφή με τη γήινη σφαίρα. Υπό κανονικάς συνθήκας, τέτοιες περιπτώσεις δε θα μας ένοιαζαν και πολύ (καθότι έχουμε και σοβαρότερα πράγματα να ασχοληθούμε) αλλά έλα που τον τελευταίο καιρό, έχει γίνει το εξής χαριτωμένο: ένας από τους παίκτες της πιάτσας μας -και εδώ το “μας” είναι εν τη ευρυτέρα εννοία- έχει βάλει τον Χλιβερό να τα χώνει σε κάτι άλλους της πιάτσας μας -ευρυτέρα εννοία και εδώ- με σκοπό να δημιουργήσει εντυπώσεις. Το γελοίο του πράγματος είναι ότι αυτά τα οποία “ανακαλύπτει” ο Χλιβερός με τη δημοσιογραφική του μύτη, είναι (α) παγκοίνως γνωστά σε όσους παροικούν την Ιερουσαλήμ (όσοι δεν την παροικούν δε νοιάζονται), και, (β) από μόνα τους αρκετά εντυπωσιακά (και το εννοούμε με τον χειρότερο τρόπο) -και δε συζητάμε καν το ότι, έτσι κι αλλιώς, όλοι ξέρουμε ποιος βάζει τον Χλιβερό να τα χώνει σ’ αυτούς που τα χώνει. Μ’ άλλα λόγια, κουκλοθέατρο, έτσι; Αλλά για ποιους; Και με τι σκοπό; Να διορθωθεί η πιάτσα της διαδραστικής επικοινωνίας, να πούμε; Με τι; Με τις αποκαλύψεις του Χλιβερού; Αντέστε καλέ από ‘κει!

What’s the buzz, tell me what’s a-happening

23/06/2011

Δε φταίει κάνας άλλος, εμείς φταίμε και μόνο εμείς. Αφού το ‘χαμε πει να μην ξαναπιάσουμε έντυπο του ΔΟΛ στα χέρια μας από τότε που πέθανε ο κυρ-Χρήστος –ναι, σ’ αυτόν οφειλόταν ότι κάναμε τόσα χρόνια υπομονή και φάγαμε στα μούτρα τους πάσης φύσεως Παπαδόπουλους και Πρετεντέρηδες (το γιατί κάναμε υπομονή, θα σας το εξηγήσουμε μια άλλη φορά γιατί τώρα μας πνίγει τ’ άδικο και δε θέλουμε να πάει χαμένο). Και το πρόβλημά μας εν προκειμένω, είναι μ’ αυτή την εξυπνάδα του μπαζόμετρου (buzz-o-meter) που έχει ξεκινήσει το Βήμα από τα τέλη Μαΐου, περίπου δηλαδή από τότε που το κανάλι της οικογένειάς του έφαγε την τρελή εκείνη χλαπάτσα από το κοινό του Facebook. Μάλλον δε θα διεκδικούμε Όσκαρ πρωτοτυπίας αν υποθέσουμε ότι μετά από το μεγαλόπρεπο χουνέρι με τους Ελλ-ιντιγνάδους, έπεσε γραμμή απ’ τ’ αφεντικά «Μαλάκες μου, τα σόσιαλ μύδια και τα μάτια σας! Μη μας ξαναπιάσουν στο βρωμόστομά τους γιατί δε μας ξεπλένει ούτε ο Μισσισσιππής με τον Μάντι Γουότερς μαζί». Φαίνεται ότι ακόμα και οι μεγάλες ψυχές (ψυχάρες;) υποχωρούν μπροστά στην οργή του πλήθους.

Ναι, ΟΚ. Αλλά ποιού πλήθους; Του κάθε υστερικού που σκούζει ανορθόγραφα στο Twitter και δεν ξέρει ούτε κι ο ίδιος τι ζητάει εκτός από ένα αφηρημένο «Έξω οι κλέφτες»; Ναι, εμείς ήμασταν οι πρώτοι (ωραία, όχι ακριβώς οι πρώτοι αλλά σίγουρα ήμασταν μέσα στο Τοπ-10) που φωνάξαμε για την επική σαχλαμάρα που έκανε το MEGAμου με τις συγκεντρώσεις αλλά παράλληλα είμαστε και οι πρώτοι που λέμε να μην το παρακάνουμε με τα σόσιαλ μύδια και το κοινό τους. Βεβαίως το α-χριστεπώνυμο πλήθος δεν ψεύδεται (σιγά μη συμφωνήσουν 100.000 Ελληναράδες να πουν όλοι μαζί το ίδιο ψέμα), όμως σαφώς πλανάται και η αναπαραγωγή της πλάνης (και δη από ένα γκχ, γκχ, έγκυρο μέσο) την κάνει πιο ισχυρή και λιγότερο πλάνη, τουλάχιστον στα μάτια του πλανημένου. Μην κοροϊδευόμαστε, το μπαζόμετρο (buzz-o-meter) δεν είναι έρευνα –κατά τη γνώμη μας δεν είναι καν βαρόμετρο, παρά μόνο πολύ συγκεκριμένου τμήματος του κόσμου και δη του κόσμου όταν είναι λογκαρισμένος. Όσοι έχουν κάτσει πάνω από μια μέρα online ξέρουν ότι η συμπεριφορά στα δίκτυα δεν είναι κατ’ ανάγκη η ίδια με τη συμπεριφορά έξω απ’ αυτά και ότι η «online κοινότητα» άγεται και φέρεται χωρίς να υπάρχει καμία προβλεψιμότητα στη συμπεριφορά της –απόδειξη ότι οι ίδιοι άνθρωποι που επικαλείται το μπαζόμετρο (buzz-o-meter) είναι αυτοί που σου σκοτίζουν τον τοίχο με τα «ΧΥΖ has answered a question about you” ή το mbox με τις ανησυχίες τους για την ασπαρτάμη ή για το Debtocracy (που είναι περίπου το ίδιο πράγμα)

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.